ἐρίνεος

ἐρίνεος [pron. full] [ῐ], α, ον, [dialect] Ion. also [full] εἰρίνεος, η, ον,
A woollen, κιθών, εἵματα, πῖλοι εἰρ., Hdt.1.195, 2.81, 4.73 ; τρυχία, προσκεφάλαιον, Hp.Art.78, Fract.16 (ἐρ- codd., but

εἰρ- Acut.21

); cf. [dialect] Att. ἐρεοῦς.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ἐρινεός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρίνεος — woollen masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερινεός — Τοπωνύμιο του ελλαδικού χώρου κατά την αρχαιότητα. Προέρχεται ετυμολογικά από το δέντρο ερινεός (συκιά). 1. Δωρική πόλη, μεταξύ Βοιού και Σπερχειού, μία από τις τρεις που έχτισαν οι Καδμείοι μετά την εκδίωξή τους από τη Θήβα από τους Επίγονους. 2 …   Dictionary of Greek

  • ερίνεος — Τοπωνύμιο του ελλαδικού χώρου κατά την αρχαιότητα. Προέρχεται ετυμολογικά από το δέντρο ερινεός (συκιά). 1. Δωρική πόλη, μεταξύ Βοιού και Σπερχειού, μία από τις τρεις που έχτισαν οι Καδμείοι μετά την εκδίωξή τους από τη Θήβα από τους Επίγονους. 2 …   Dictionary of Greek

  • ἐρινεός — ἐρῑνεός , ἐρινεός wild fig tree masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Νέος Ερινεός — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 100 μ.), στην επαρχία Πάτρας του νομού Αχαΐας. Ήταν έδρα της ομώνυμης πρώην κοινότητας (4 τ. χλμ.). Βρίσκεται πάνω στον εθνικό δρόμο Κορίνθου Πάτρας, ΝΑ από τις Καμάρες και ΒΔ του Αιγίου …   Dictionary of Greek

  • εἰρίνεον — ἐρίνεος woollen masc acc sg (ionic) ἐρίνεος woollen neut nom/voc/acc sg (ionic) εἰρίνεος masc acc sg εἰρίνεος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρινέων — ἐρίνεος woollen fem gen pl ἐρίνεος woollen masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρίνεον — ἐρίνεος woollen masc acc sg ἐρίνεος woollen neut nom/voc/acc sg ἐρί̱νεον , ῥινάω lead by the nose imperf ind act 3rd pl (epic doric ionic aeolic) ἐρί̱νεον , ῥινάω lead by the nose imperf ind act 1st sg (epic doric ionic aeolic) ῥινέω imperf ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰρινέοισι — ἐρίνεος woollen masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) εἰρίνεος masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰρινέους — ἐρίνεος woollen masc acc pl (ionic) εἰρίνεος masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.